ΟΦΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΝΟ

Διάβασα ένα υπέροχο βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη! Έναν ύμνο στο πάθος και τον έρωτα, που οδηγεί στην τρέλλα και τον θάνατο…. Το πρωτοδημοσίευσε το 1906 με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιβαρμή. Απολαύστε ένα μέρος του!

5 του Μάη

Μέσα στην ψυχή μου επρόβαλες και τόξερα πως θάλθεις. Και Σε περίμενα. Σε περίμενα όπως η γή τον χειμώνα παγωμένη και έρημη πονεί και περιμένει. Είσαι Συ η άνοιξη κι έρχεσαι και προχωρείς αγάλια, αγάλια, μέσα στην ψυχή μου. Στο διάβα Σου ανοίγονται κι ανθούν κι ευωδιάζουν οι σκέψεις μου. Κάτω απο τα πόδια Σου φυτρώνει και χαμογελά το χρώμα της ελπίδας. Η αναπνοή Σου θερμή και παρηγορήτρα διαβαίνει απάνω απο την ψυχή μου και ξυπνούν απο τη νάρκη των ανέρωτων χειμώνων τα όνειρά μου και Σε βλέπουν χωρίς έκπληξη και Σου χαμογελούν. Τόξεραν πως θάλθεις. Κάποια πουλιά ανοίγουν μέσα μου τα μάτια των και ξετινάσσουν τα φτερά. Κι Εσύ χαμογελάς και προχωρείς αγάλια, αγάλια, βασίλισσα μέσα στην ψυχή μου.

Αγάλια, αγάλια, προχωρείς μέσα στην ψυχή μου με τηνπερηφάνεια των ρόδων και τον ίμερο των μεγάλων κισσών και τη σιωπηλήν επίκληση των ντροπαλών μενεξέδων. Κι ένα φιλί απέραντο ανατριχιάζει κι απλώνεται και τρέμει στο κορμί μου. Το νοιώθω – είσαι η Άνοιξη Εσύ, ώ γη, η μεγάλη και ακόλαστη μητέρα – που ανοίγει τις λαγόνες της και περιμένει.

10 του Μάη

Έλα… κάποια νοσταλγία μυστική λυγίζει την ψυχή μου κι ένας πόθος λευκός φωληάζει στα μεγάλα μάρμαρα και με σέρνει. Έλα μαζί μου. Θα ξαπλωθούμε κάτω από τη μαρμαρωμένη αρμονία, θα σμίξομε τα χέρια μας, και θάναι κάτω μπροστά μας η πόλη αμαρτωλή και πέρ’ απάνω στα νερά θα βλέπομε πως μαδιούνται οι μενεξέδες στο ηλιόγερμα.


Μαδιούνται οι μενεξέδες στο ηλιόγερμα και τα χρώματα γιορτάζουν εκεί κάτω. Ώ Πολυαγαπημένη! λυγίζουν τα γόνατά μου από τον πόθο και στα χείλη μου γιορτάζουν τα φιλιά. Παντοδύναμη η χαρά της ζωής κυλιέται στα στήθη μου. Και την ψυχή μου κερνά η Αγάπη με το μυστικό κρασί των ανοίξεων και των παραληρημάτων.


Ώ Πολυαγαπημένη, γιορτάζει η αγάπη μου απόψε κι από τον Κεραμεικό, κύτταξε, ανεβαίνει κι έρχεαι η ιερά πομπή, φαιδρά και θορυβώδης – σαν κύμα που ανεβαίνει τραγουδώντας και φιλεί ερωτεμένο τους ώμορφους βράχους.


Ώ Πολυαγαπημένη και ώ Θεά, σήκω απάνω στα μάρμαρα και χαμογέλασε. Είνε τα μεγάλα Παναθήναια της αγάπης μου. Κ’ είνε τα όνειρά μου ντυμένα στα γιορτάσιμα που εξεκίνησαν απο το νεκροταφείο κι εδιάβηκαν το Δίπυλο, κι ανεβαίνουν σιγά, σιγά, τον Βράχο τον Ιερό. Κρατούν στα χέρια των ώμορφο και πολύτιμο και τεχνικά υφαμέν τον Πέπλο τον Ιερό. Μέρες και νύχτες έγερναν οι σκέψεις μου, -εργαστίνες ερωτεμένες,- απάνω του και τον κεντούσαν. Κάτω από τα μάγια του φεγγαριού τη νύχτα, μέσα στη φλογερήν αγάπη του ήλιου την ημέρα, έγερναν και τον κεντούσαν.


Ώ Αγαπημένη και ώ Θεά, σήκω απάνω στα μάρμαρα και χαμογέλασε. Η Νίκη κάθεται απάνω στο χέρι Σου. Το κορμί Σου είνε φιλντίσι και λαμποκοπά μέσα στη νύχτα. Και κάτω στα πόδια σου σωρειάζεται ο μεγάλος όφις -ο υποχθόνιος Θεός που σκορπίζει τ’ αγαθά από τα βάθη της γης. Οι στήλες ανορθώνονται περήφανες και ζωντανεύει η πάλλευκη άνθιση των μαρμάρων κι έρχονται πάλι στο διάζωμα όλοι οι Θεοί και κηρύσσεται πάλι στις μετόπες ο πόλεμος των Λαπθών και των Κενταύρων.


Ώ χαμογέλασε, ώ Ζωή και ώ Αγάπη, στο ορφανεμένο αέτωμα και θα γυρίσουν πάλιν οι μαρμαρένιες σκέψεις του Φειδία και η Παρθένα Θεά θα γεννάται πάνοπλη και θάναι γύρω οι Θεοί και θα χαμογελούν.
Ξανανειώνουν τα τρίγλυφα και τα διαζώματα κι απλώνεται αποπάνω η στέγη και ξυπνούνε τα κοιμισμένα χρώματα κι έρχονται φαιδρά τα κοιμισμένα χρώματα κι έρχονται φαιδρά και πανώρηα τα ξενιτεμένα μας αγάλματα κι ανεβαίνουν τα βάθρα των με σιγαλές κινήσεις των πάλλευκων μεριών μέσα στις μαρμάρινες και τεχνικές γραμμές.


Ώ Αγαπημένη και ώ Θεά, σήκω απάνω στα μάρμαρα και ανυψώσου Ανέγγιχτη στο βάθος του σηκού και χαμογέλασε. Η πομπή ανεβαίνει τώρα τα μαρμάρινα σκαλοπάτια κι έρχεται ν’ απλωθή στα πόδια Σου και να Σε προσκυνήσει. Τα μαύρα μου προαισθήματα και οι έκφυλοι πόθοι κι οι αγέλαστες σκέχεις όλες σέρνονται δεμένς στο βωμό Σου για να θυσιασθούν. Καββαλάρηδες τρέχουνε στο ναό Σου οι πόθοι μου, ώ Πολυαγαπημένη, κι οι επιθυμίες μου, αδάμαστες παρθένες, διαβαίνουν τα Προπύλαια -κανηφόροι- και Σου κρατούν λουλούδια κόκκινα και άγρια που τα μάζεψαν σωρούς από την ακόλαστη γονιμότητα της καρδιάς μου.


Συ είσαι η μόνη Θεά, Συ είσαι η Αλήθεια και η Νίκη! Στο μέτωπό Σου χαμογελά η Αθανασία κι ανάβει στα χείλη σου η λαχτάρα της ζωής και κοκκινίζουν απάνω στα μάγουλά Σου όλα τ’ απόκρυφα κι όλατα ντροπαλά της αγάπης. Συ είσαι η Ευρυθμία, Συ η Αλήθεια και η Ζωή. Ανεβαίνει σαν κύμα κι απλώνεται κάτω από τον Παρθενώνα η πομπή η ιερά της αγάπης μου και γονατίζουν οι επιθυμίες μου και μαδούν σιωπηλές στα πόδια Σου όλα των τα λουλούδια.


Έλα, ώ Λαχτάρα της ψυχής μου! κατέβα από τα μάρμαρα και δώσε μου τα χείλη Σου και δώσε μου το κορμί Σου. Οι ίμεροι των αιώνν χύνονται κάτω από τα κιονόκρανα και οι πόθοι των πεθαμένων γενεών πετιούνται από το χώμα. Μέσα στη νέκρα των λευκών μαρμάρων, ο πόθος της ζωής ολοκόκκινος ανάβει και με κυριαρχεί.


Κάτω από τα σκιόφωτα του δειλινού, πέρ’ από τα νερά της Σαλαμίνας, από το χώμα του Κεραμεικού, ανεβαίνουν μεγαλόπρεπες τον Βράχο τον Ιερόν οι αναμνήσεις οι μεγάλες. Έλα. Είνε τα Μεγάλα Παναθήναια της αγάπης μου απόψε.


Έλα να γεμίσομε τις καρδιές μας, σαν τα ποτήρια τα Παναθηναϊκά από το άδολο κρασί του Ιδανικού και θα λάμψουνε τα μάτια μας από το μεθύσι της ζωής και τα χείλη μας θα γεμίσουνε φιλιά. Κι έλα να ψάλομε μαζί από τον Βραχο τούτον την ωμορφιά του Απόλλωνα και τον κισσό του Διονύσου και το μέτωπο το ευρύ της Αθηνάς και την αιώνια νηότη της Ήβης και τα κόκκινα χείλη της Αφροδίτης τα αιωνίως φιλούμεντα και αιωνίως διψασμένα.


Ας μεθύσομε από το ατέλειωτο χαμόγελο του ουρανού μας κι από τις ερωτικές ενώσεις των χρωμάτων της γης μας, από τα άσματα των αηδονιών του Κολωνού κι από το μέλι του Υμηττού μας – το ξανθό ωσάν αχτίνες ήλιου πηγμένες.


Έλα. – Σαν τους αθανάτους Θεούς απάνω στη ζωφόρο, να ξαπλωθούμε κι εμείς απάνω στα μάρμαρα εδώ, στη Σαλαμίνα απέναντι που βγαίνει μέσα από τη θάλασσα ωσάν πελώριο τρόπαιο και μας χαμογελά… Ας ανοιχτούνε σαν κάλυκες ρόδων και σαν δοχεία αρωμάτων και σαν χείλη προσευχόμενα οι καρδιές μας, και ας ευχαριστήσουν τους μεγάλους θεούς γιατί έπλασαν τη ζωή τόσον ώμορφη και τα χείλη Σου τόσο κόκκινα και την αγάπη μου τόσο μεγάλη.

Ας αρχίσουνε το χορό και τα τραγούδια και τα λειτουργιά του Καλού, οι μεγάλοι ιερείς και οι ιέρειές του, ο Σωκράτης και ο Αλκιβιάδης, ο Φειδίας και η Διοτίμα, ο Περικλής και η Ασπασία. Και ο λαός ο Εκλεχτός των θεών – όλοι οι Αθηναίοι κι όλες οι Ατθίδες – ας ψάλλουν εύθυμοι όλοι μαζί την φαιδράν επωδόν των Ιερέων. Και όλα τα λουλούδια ας ανοιχοτύν τριγύρω και όλη η αρμονία και το μουρμουρητό της θάλασσας ας ανέβει ίσα μ’ εδώ και όλη η ηρεμία κι η χαρά του Ολύμπου η ξενητεμένη ας γυρίσει πάλιν εδώ και ας χυθεί κάτω από τα κιονόκρανα του Παρθενώνα και από τς εσθήτες των Καρυατίδων και ας περιπλεχτή στα μέλη τα τορνευτά των Ατθίδων και στο μέτωπο των ανδρών – η μεγάλη, η άγια, Ανατριχίλα της αγάπης.

Published in: on Ιουνίου 29, 2008 at 6:30 μμ  Σχολιάστε