ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ

Όφις και κρίνο (μέρος 2ον)

4 Αυγούστου

Ώ η μυστική αγωνία και το σπαρτάρισμα του κορμιού Σου απάνω στα σεντόνια! Είχες την αγωνία των θυμάτων που σέρνονται στον βωμό. Και στα μάτια Σου λιποθυμούσαν τα νερά των αιωνίων πόθων.

Κι ήσαν τα φιλιά μας ανατριχιάσματα προαισθημάτων κι ήσαν ψυχομάχημα χαράς και κατρακυλίσματα αρμονικά όλης μας της ευτυχίας και θρήνος απαρηγόρητος όλων μου των ονείρων.

10 Αυγούστου

Πηγαίνω κι έρχομαι σαν τρελλός μέσα στο ατελιέ μου. Οι γραμμές πάλιν οι εξωτικές και τα χρυσάνθεμα και οι σταγόνες των αιμάτων πετιούνται και οργιάζουν κάτω από το χέρι μου. Αδύνατον να εργασθώ. Τίποτε λογικό δεν μπορώ να συναρμόσω και να δημιουργήσω. Χθες άρχισα να ζωγραφίσω Εκείνη κι εσχεδίασα το κορμί της πεσμένο όπως προχθές την νύχτα – κι άμα ετελείωσα, είδα – είχα ζωγραφίσει ένα πελώριο κρίνο κομένο και ριμένο άσπλαχνα σ’ ένα παράξενο με μύριους ελιγμούς ποτάμι. Και σήμερα βλέπω – δεν είνε ποτάμι, αλλά ένας όφις πελώριος που τρέχει κάπου εκεί πέρα, με μύριους ελιγμούς, και κρατεί στο στόμα του ένα όμορφο πελώριο κρίνο.

11 Αυγούστου

Ώ το θαύμα των σαρκών Σου πανώρηο ριμένο στο κρεββάτι! Και τα βαριά Σου βλέφαρα φορτωμένα πόθους! Ω το αστραποβόλημα του κορμιού Σου μέσα στα σκότη! Θάθελα ρόδα να μαδήσω και κυπαρίσων κλώνους και να σωριάσω λούλουδα και προσευχές και θρήνους και να Σε ρίξω μέσα! Και να σκύβω αιώνια από πάνω Σου, ώ Πεθαμένη μου Αγάπη, κι απάνω στα ξέπλεκα μαλλιά Σου να χύνω την ψυχή μου. Έτσι που Σε βλέπω τώρα, απόψε πάλι, κουρασμένη και πανώρηα κι ακίνητη, ενώνω τα χέρια μου από πάνω Σου και προσεύχομαι στην μεγάλη Δύναμη που σκοτώνει. Να λάβει οίκτο για μας και έλεος – για μας τους δύστυχους που αγαπούμε – και να μας στείλει τώρα πούσαι χλωμή κι ακίνητη και κουρασμένη τον Μεγάλο Παρήγορο, τον αδελφό της Αγάπης, την αιώνια Χαρά και την αιώνια Ηρεμία.

Κοιμάσαι και χαμογελάς… Κάτω από την ωχρότητα των βλεφάρων Σου και πίσω από τα ματόκλαδά Σου τα μεγάλα σκύβω και διακρίνω τα μάτια Σου μουσκεμένα από την αίγλη και την νοσταλγία των απολαύσεων. Στα χείλη Σου κυλιέται κι ανατριχιάζει, ώ Ακόρεστη, η κανθαρίδα των φιλιών, κι απάνω στα στήθη Σου εξογκώνεται κι ανεβοκατεβαίνει ένα κύμα μεγάλο , κύμα σαρκών που φουρτουνιάζει στην απόκρυφη καταιγίδα της ηδονής.

Σε σφίγγω και το κύμα σπαράσσει αιχμαλωτισμένο στην αγκαλιά μου, κυρτώνεται κάτω από τα χείλη μου και με σκεπάζει όλο σε απέραντο βελούδινο χάδι, σαν να ζητά να πνίξει κάποιο καράβι, σαν να ζητά να πνίξει και να φύγει.

Κοιμάσαι και χαμογελάς. Μου έρχεται να Σ’ αρπάσω από τα μαλλιά και να βάλω το χέρι μου απάνω στο εξόγκωμα εκείνο του λαιμού Σου που ανεβοκατεβαίνει και να σφίξω, και ν’ απολαύσω τον Πόνο Σου Ώ Πολυαγαπημένη, και να ιδώ τα μάτια Σου πως θ’ ανοίξουν άξαφνα τρομασμένα και τι χρώμα θα τους δώσει η φρίκη και να ιδώ τα χείλη Σου τι θα τα κάμεις. Θα Σε σφίξω με τα δυό μου χέρια απάνω στο εξόγκωμα του λαιμού Σου που ανεβοκατεβαίνει και θα ιδώ πόσο όμορφα θα κυρτωθεί και θα τυλιχτεί απάνω μου ο όφις του κορμιού Σου. Θα εξογκωθούν οι βολβοί των ματιών Σου και θάναι απόλαυση η αγωνία της φωνής Σου – σαν ροχαλητό θανάτου, σαν τις φωνές εκείνες και τις κατάρες π’ ακούω κάποτε τη νύχτα να βγαίνουν από τ’ άστρα που ψυχομαχούν. Θα στριμωχτείς εκεί στη γωνιά του κρεββατιού και θα παρακαλέσεις και θα νοιώσω, ώ Άγρια Απόλαυση! θερμό και μαλακό το αίμα Σου να τρέχει από τα χέρια μου, μέσα από τα δάχτυλά μου, και να πέφτει απάνω στα λευκά σεντόνια και να στάσσει κάτω από τις δαντέλλες….

Τι έχω; Μα τίποτα αγάπη μου. Γιατί είμαι χλωμός; Θάναι από την κούραση και την αγάπη. Εκοιμώσουν κ’ ήμουν γερμένος και Σε κύτταζα και χαμογελούσα. Όχι, η φωνή μου δεν τρέμει… Γιατί να τρέμει αγάπη μου; Εκοιμώσουν και Σε κύτταζα κι άναβαν μέσα μου πόθοι παράξενοι, να σ’ αρπάξω με τα φτερά των ασμάτων μου και την παντοδυναμία των επιθυμιών μου και να πάμε αλλού, αγάπη μου, δεν ξέρω κι εγώ που … εκεί όπου αιώνια χαρά ανατέλλει μεσ’ από τ’ ακίνητα κι απόκρυφα νερά. Θα ξαπλωθούμε εκεί οι δυό μας αμίλητοι, όμορφοι, ευτυχισμένοι. Θα κολλήσω τα χείλη μου απάνω στα χείλη Σου και θάναι αιώνιο το φιλί και θάμαστε ξαπλωμένοι απάνω στο χώμα και οι νύχτες θα περνούν από πάνω μας και τα ρόδα θα μαδούνε και θα πέφτουνε τα φύλλα και το φιλί μας θάναι ασάλευτο, μεγάλο ωσάν την αιωνιότητα κι ωσάν τη νύχτα.

Εκοιμώσουν κι εσκορπούσα το τραγούδι της αγάπης μου απάνω στα βλέφαρά Σου και στα κλειστά Σου χείλη.

Ώ Πολυαγαπημένη! μην κλαίς η αγάπη μου είνε άγρια και έκφυλη μα είναι αιώνια.

Αφιερώνω αυτό το δημοσίευμα στην Φωτεινή, που πιστεύω πως την άγγιξε!

Πηγή : Απόσπασμα από τ’ όμώνυμο βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη.

Advertisements
Published in: on Ιουλίου 1, 2008 at 9:57 πμ  Σχολιάστε  

The URI to TrackBack this entry is: https://krisseskrites.wordpress.com/2008/07/01/%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%83-%ce%ba%ce%b1%ce%b6%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b6%ce%b1%ce%ba%ce%b7%cf%83/trackback/

Αρέσει σε %d bloggers: