ΟΦΙΣ ΚΑΙ ΚΡΙΝΟ (μέρος 3ον)

17 Αυγούστου

Τρεμουλιαστή και όμορφη με κοκκινισμένα μάτια, από το κλάμα ίσως, εμπήκεν απόψε στο δωμάτιό μου. Σαν νάβλεπα αϊδόνι, να μπαίνει σε φωληά γερακιού. Ένας οίκτος, μια αγάπη κι ένας οίκτος εγλύστρησαν μέσα μου κι εμαλάκωσαν τα λόγια μου. Γιατί είσαι χλωμή, αγάπη μου; Όχι, δεν έκλαψες; Ά παρακάλεσες τον Θεό για μένα; Ένα γέλοιο άγριο εξέσκισε την καρδιά μου. Δεν είπα τίποτε. Ά δύστυχη, νάξερες, τι είπα μέσα μου!

Μου έφερε κρίνα, μιάν ανθοδέσμη. Έπιασε το κεφάλι μου και μ’ έσφιγγε στα στήθη της σιωπηλή και κάτι ψιθύριζαν τα χείλη της. Φοβούμαι πως ήταν προσευχή. Ένα άρωμα βαρύ ανέβαινε από τη σάρκα της θερμό και άσεμνο κι έμαπινε στο κορμί μου.

Της είπα να σωπάσει. Εμάδησα τα κρίνα κι εζήτησα τα χείλη της. Θέλω την κοινωνία του κορμιού Σου απόψε. Το άδυτο και το άγιο Βήμα της σάρκας Σου ποθώ. Λειτουργός του Αληθινού Θεού θα προσφέρω θυσία απόψε και θάναι ναός το σώμα Σου και ύμνοι τα παραληρήματά μας κι έκσταση θρησκευτική και υπερκόσμια η κάμαρα μετά την ηδονή μας. Θα μεταλάβω όλων Σου των κινημάτων και όλων Σου των κυρτοτήτων και όλων των μυστηρίων του κορμιού Σου. Και όταν εξαντλημένη γύρεις μεσ’ στα λευκά σεντόνια και αποκάμουνε τα μπράτσα Σου να σφίγγουν θάλθω να γονατίσω μπροστά Σου, ώ Αγία τράπεζα της ηδονής – και θα σμίξω τα χέρια μου και θα προσευχηθώ.

Και θ’ ανοίξω έπειτα τα μάτια Σου και θα διαβάσω μέσα εκεί στα γαλανά των βάθη το μυστήριο που μου κρύβεις.

22 Αυγούστου

Γονατίζω μπροστά Σου, ώ Εκλεχτή της ψυχής μου,  και  Σε παρακαλώ.

Δώσε μου από την αχάραχτη γαλήνη που κοιμάται και χαμογελά στο μέτωπό Σου κι από την ηρεμία τη μεγαλόπρεπη των κινημάτων Σου κι από το σεληνόφως που σκορπά η ήρεμη και λευκή βασίλισσα των νυχτών η ψυχή Σου. Σκύβω και Σε παρακαλώ.

Που βρίσκονται λοιπόν τόσοι κόσμοι σιγής και γαλήνης που πλένε και χαμογελούν στα μάτια Σου τα μεγάλα; Σκύβω απάνω των και κυττάζω. Οι σκέψεις Σου σαν ήμερα κρίνα γέρνουν και συλλογούνται στις ατάραχτες λίμνες των ματιών Σου. Παράξενοι ουρανοί χωρίς βροντές και νέφαλα μόνο γεμάτοι φως κι αρμονία – γεμάτοι Θεό – καθρεφτίζονται και κρυφομιλούν στα νερά των ματιών Σου. Εκεί φωληάζει, το νοιώθω, το αίνιγμα της ευτυχίας και το μυστήριο της γαλήνης που χύνεται στις λίμνες το βράδυ όταν αναλυέται το φως πέρα στη δύση και σκεπάζει τα νερά. Στα μάτια Σου πλένε μεγάλα καράβια ξεκινημένα από άλλους κόσμους φορτωμένα με φως και με λευκά τραγούδια και με κρίνα μυστικά. Ένας άγγελος λευκοντυμένος στέκεται στην πλώρη μ’ ανοιγμένα φτερά. Δεν μιλεί, δεν γελά, αγάλια – αγάλια μόνο γλυστρά και χάνεται μέσα στην ψυχή Σου – ώ απέραντη Θάλασσα και ώ Γαλήνη!

Ώ μην κλείς τα μάτια Σου όταν Σε φιλώ. Θέλω να ιδώ τι λένε οι αγγέλοι την ώρα που κατεβάζεις τα βλέφαρα φορτωμένα από φιλιά και πως ναυαγούν και σπούνε τα καράβια στην τρικυμιά την άγρια που σηκώνει στα μάτια Σου η καταιγίδα των επιθυμιών μου.

24 Αυγούστου

Ώ να μην αγαπούσα τίποτε, να μη μισούσα τίποτε και να πήγαινα μακρυά από τους ανθρώπους και κοντά στα θεριά – πέρα στην έρημο. Κι εκεί μόνος με την ψυχή μου την αμέρωτη ν’ αντικρύσω τον ουρανό. Να δυναμώσω τη σκέψη μου με τη θέα της απέραντης ερήμου και να γενώ στοιχείο της καταιγίδας κι ένα φύσημα του σιμούν και να ενωθώ με το αμίλητο πνεύμα της ερήμου και να βαφτίσω βάφτισμα φωτιάς, την ψυχή μου στα χρώματα που οργιάζουν κάθε βράδυ κι ακολασταίνουν κάτω στη δύση.

Ώ να μην αγαπούσα τίποτε και να χόρταινα τη νοσταλγία τη μεγάλη που νοιώθει για την έρημο η ψυχή μου!

Απόσπασμα από το βιβλίο Όφις και κρίνο του Νίκου Καζαντζάκη.

Advertisements
Published in: on Ιουλίου 7, 2008 at 11:54 πμ  Σχολιάστε  

The URI to TrackBack this entry is: https://krisseskrites.wordpress.com/2008/07/07/%ce%bf%cf%86%ce%b9%cf%83-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%ba%cf%81%ce%b9%ce%bd%ce%bf-%ce%bc%ce%ad%cf%81%ce%bf%cf%82-3%ce%bf%ce%bd/trackback/

Αρέσει σε %d bloggers: